13 Φεβ 2008

"Καλαμιώνας τα άλμπουρα των καϊκιών στον κόλπο της Λαγκάδας". Του καπετάν Γιώργη Κούνουπα

Την Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2008 καταφέραμε να πραγματοποιήσουμε τελικά την συνάντησή μας, με τον «παλαίμαχο» ναυτικό και σημερινό Αντιδήμαρχο Ομηρούπολης, καπετάν Γιώργη Κούνουπα.
Με την γλαφυρότητα της αφήγησης και τον πλούτο των γνώσεων και των εμπειριών του, κατάφερε να μετατρέψει την «ειδική» αυτή συνάντηση με θέμα την Λαγκάδα των καϊκιών σε μια «εφ΄’ όλης της ύλης» συζήτηση με ευρύτερες προεκτάσεις. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Γεννημένος στην Λαγκάδα από παραδοσιακά ναυτική οικογένεια, είναι πολύ φυσικό να εξοικειωθεί με την θάλασσα και τα καΐκια που εκείνη την εποχή περνούσαν την περίοδο της ακμής τους. Ήταν τόσα πολλά που «αν ερχόσουν στην Λαγκάδα εκείνη την εποχή νόμιζες ότι έμπαινες σε καλαμιώνα. Τόσο πολλά ήταν τα άλμπουρα των καϊκιών. Δεν τα χωρούσε το λιμάνι. Το ένα έπεφτε δίπλα στο άλλο για να χωρέσουν, ειδικά τον χειμώνα με την κακοκαιρία που σταματούσαν για λίγο τα ταξίδια».
Υποστηρίζει μάλιστα ότι μαζί με το Λιτόχωρο και το Γαλαξίδι, η Λαγκάδα διέθετε τα περισσότερα καΐκια. Και συνεχίζει: «Τα ζήσαμε από κοντά αυτά. Ειδικά όταν είσαι παιδί και παίζεις με αυτά. Κρυβόμαστε μέσα στα αμπάρια τους. Ειλικρινά ταυτιστήκαμε με αυτά τα καΐκια. Την ναυτική ορολογία την μαθαίναμε από μικροί. Ήταν προσβολή να σου πει ο καπετάνιος πιο είναι το «μαντίκι», η « ξαρτόριζα», η «σκότα» και να μην ξέρεις να απαντήσεις. Ερωτευτήκαμε αυτά τα καΐκια και δεν σας κρύβω πως αν και έχω περάσει τα 65, ακόμα είμαι ερωτευμένος και με τα καΐκια και με τη θάλασσα».
Σε ηλικία 14 χρονών έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Σάμο με καΐκι, στα 15 έβγαλε ναυτικό φυλλάδιο και στα 16 μπάρκαρε κανονικά μαζί όμως με τον μεγαλύτερο αδερφό του, διότι για τους ανηλίκους υπήρχε περιορισμός, «η ναυτολόγηση επιτρέπεται μετά του συγγενούς και μόνον».
«Ο …μισθός ήταν 80 λεπτά το μήνα. Εκείνο όμως που μας ενδιέφερε δεν ήταν τα χρήματα αλλά η υπηρεσία στο ναυτικό φυλλάδιο, για να μπορούμε όταν τελειώσουμε το Γυμνάσιο να έχουμε προϋπηρεσία η οποία προσμετρούσε για την εξεύρεση εργασίας. Προορισμός Αλεξανδρούπολη. Φορτίο άχυρα. Τα φέρναμε στη Χίο και τα πουλούσαμε σε κτηνοτρόφους απευθείας ή τα πηγαίναμε στη αχεράδικη σκάλα, στην νότια προκυμαία του λιμανιού. Εκεί ξεφόρτωναν τα άχυρα. Τα φρούτα, καρπούζια, πεπόνια κλπ τα ξεφορτώναμε στη φτωχιά προκυμαία. Τα καλύτερα καρπούζια, πεπόνια τα παίρναμε από τη Κω και την Κεραμωτή και τα καλύτερα πεπόνια από την Αλεξανδρούπολη (πεπόνια του Δεδεαγάτς)
Το ταξίδι διαρκούσε ανάλογα με τον προορισμό και με τις καιρικές συνθήκες. Αν ο προορισμός ήταν προς την Βόρεια Ελλάδα, πήγαιναν πρώτα στο Σίγρι, ένα υπήνεμο λιμανάκι στα δυτικά της Μυτιλήνης. "Βλέπαμε τον καιρό. Αν ήτανε καλός φεύγαμε. Βάζαμε πλώρη για την Λήμνο. Αν πηγαίναμε για Θεσσαλονίκη πηγαίναμε στον Κοντιά, ένα όρμο κάτω από την Μύρινα. Αν πηγαίναμε Αλεξανδρούπολη πηγαίναμε στον κόλπο του Μούνδρου. Καθόμαστε πάλι εκεί και καιροφυλακτούσαμε τον καιρό. Είναι μπουνάτσα φεύγαμε. Δεν είναι μπουνάτσα, περιμέναμε".
"...Χρειαζόμαστε περίπου 2,5 μέρες για Αλεξανδρούπολη με καλό καιρό. Με άσχημο καιρό μπορεί να κάναμε και μια εβδομάδα να φτάσουμε. Καθόμαστε εκεί μια εβδομάδα μέχρι να βρούμε τους εμπόρους. Πολλές φορές τα φορτώναμε εμείς οι ίδιοι. Τότε δεν υπήρχαν οι λιμενεργάτες. Βάζαμε την μπάλα το άχυρο στον ώμο την ανεβάζαμε στο καΐκι και την τοποθετούσαμε στο αμπάρι. Αν ήταν και κουκάχερα η φαγούρα έφτανε στο ζενίθ. Υπήρχε ανταγωνισμός μεταξύ των καϊκιών που θα φτάσει πρώτο στο λιμάνι. Ο δεύτερος μπορεί να χρειαζόταν να μείνει 1 και 2 εβδομάδες μέχρι να βρει εμπόρευμα σε καλή τιμή. « Τότε έκαναν κουμάντο οι τσαμπάσηδες». Πήγαινες κρυφά και παζάρευες την τιμή. Πόσο δίνεις την μπάλα το άχυρο. 5 δρχ. θα σου δώσω 5,5 να τη δώσεις σε εμένα. Τρομερός ανταγωνισμός. Δεν υπήρχε και πολύ ηθική. Αυτό κράτησε μέχρι το 1957-1960 οπότε οργανώθηκαν τα πράγματα και υπήρχε σειρά. Τότε όμως ο ανταγωνισμός άλλαξε μορφή και μεταφέρθηκε στο ποιος θα βάλει την πιο μεγάλη μηχανή στο σκάφος για να φτάσει πιο γρήγορα.
Αλλά και τότε ακόμα χρησιμοποιούσαν τα πανιά ειδικά όταν ο καιρός ήταν από την πρύμη, ούριος άνεμος που λέμε. Γιατί βοηθούσε την μηχανή. Έκαιγε λιγότερο πετρέλαιο και είχε οικονομία. Αλλά και στην φουρτούνα το πανί βοηθούσε να μην μποτζάρει το καΐκι. Είναι πιο σταθερό, έχει μεγαλύτερη ευστάθεια με το πανί.
…Σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού μέναμε στο καΐκι. Κοιμόμαστε τρώγαμε τα πάντα. Χωρίς τρεχούμενο νερό, με υποτυπώδη τουαλέτα. Το πόσιμο νερό το παίρναμε απέξω και το διατηρούσαμε σε πήλινα δοχεία, σε λαγήνια κρεμασμένα σε ένα κοντάρι για να διατηρείται δροσερό. Ο μόνος κλειστός χώρος που υπήρχε στο καΐκι ήτανε ένας πολύ μικρός στην πρύμνη και κοιμότανε ο καπετάνιος και ο μηχανικός. Το υπόλοιπο πλήρωμα έμενε στην πλώρη.
Κατά την διάρκεια του ταξιδιού οι συνθήκες στην πλώρη γινόταν ακόμη πιο άσχημες γιατί όσο πιο μπροστά μας, τόσο πιο πολύ κουνιέται το καΐκι. Σαν ροντέο. Πραγματικά σαν ροντέο. Δεν μπορείς να ησυχάσεις. Και πηγαίναμε πίσω και εμείς και κουρνιάζαμε στην πρύμη έξω από την καμπίνα του καπετάνιου, όπου κουρασμένοι όπως είμαστε μπορεί και να μας έπαιρνε ο ύπνος. Οι συνθήκες ήταν πάρα πολύ άσχημες. Να σας πω τούτο. Να έχει θερμοκρασία 2 κάτω από το μηδέν και να μην έχουμε γάντια. Φορούσαμε κάλτσες. Αυτές τις πλεκτές που μας έφτιαχνε η μάνα μας. Άσχημες συνθήκες. Πολύ άσχημες».
Τα καΐκια τα έφτιαχναν εύποροι καπεταναίοι. Πήγαιναν στον ταρσανά συμφωνούσαν και παράγγελναν το σκαρί που επιθυμούσαν. Υπήρχε και στην Λαγκάδα ταρσανάς με καραβομαραγκό τον Χαραλαμπίδη μάστρο Στάμο, στο εκκλησάκι της Αγίας Σοφίας. «Εδώ φτιάχτηκαν το Σοφία «Γεροπέτικα», 120 τόνοι περίπου καραβόσκαρο. Είχανε προτίμηση σε αυτό τον τύπο οι Λαγκαδούσοι. Τα περισσότερα όμως τα φτιάχνανε στη Σάμο και στο Λιτόχωρο. Δεν είχαμε δυνατότητα για μεγαλύτερα. Όταν ερχόταν καινούργιο καΐκι στη Λαγκάδα γινόταν γιορτή. Μη τα ρωτάτε. Μια εβδομάδα γλεντούσαν οι καπεταναίοι και τα πληρώματα. Ήτανε κάτι παραπάνω από γιορτή».
Στη Λαγκάδα βέβαια γινόταν η ετήσια συντήρηση. Για να εξοικονομήσουν χρόνο και χρήμα δεν τα έβγαζαν έξω αλλά εφάρμοζαν την εξής τεχνική:
Το φέρνανε στη προβλήτα. Βάζανε μέσα στο καΐκι βαρέλια άδεια κλειστά. Κατόπιν βάζανε στο χαλκά της προβλήτας ένα σχοινί και με παλάγκο το τραβούσανε από το κατάρτι ώστε να πάρει κλίση. Το μπατάρανε μέχρι να φανεί η καρίνα του. Τα βαρέλια χρησίμευαν σαν ασφάλεια μήπως και μπούνε νερά από την κουπαστή αν πχ σηκωθεί κύμα. Το τρίβανε με αστυφίδα και αρχίσανε και το ξύνανε. "Αν χρειαζόταν και καλαφάτισμα είχαμε σπεσιαλίστες στο είδος του καλαφατίσματος. Έχω δουλέψει και εγώ". Με αυτό τον τρόπο αφαιρούσαν τα παλιά λίπη και ότι άλλο υπήρχε. Όταν τελείωνε η μια πλευρά γινόταν η ίδια δουλειά και στην άλλη. Το αφήνανε 24 ώρες για να στεγνώσουν οι μπογιές, έβαζαν το λίπος και έκαναν την ίδια δουλειά και από την άλλη πλευρά. Αν όμως έπρεπε να βγει στη ξηρά τότε χρησιμοποιούσαν τεράστιες ξύλινες σχάρες τα βάζια που κάθιζε πάνω τους το καΐκι και το τραβούσαν με συρματόσχοινο που τυλιγόταν γύρω από μια ξύλινη ανέμη. Η ανέμη είχε στο πάνω μέρος της υποδοχές που έμπαιναν ξύλα τετράγωνης διατομής και τα έσπρωχναν με ρυθμό οι εργάτες. «Ε ωπ, ε ωπ. Για να βγει έξω ένα καΐκι χρειαζόταν και 8 ώρες, γιατί ερχόταν 10-10 πόντους».
Ο επίλογος της κουβέντας μας με τον καπετάν Γιώργη έχει νομίζουμε ιδιαίτερη αξία και προεκτάσεις που ξεπερνούν το θέμα που ερευνούμε:
«Τα ιστιοφόρα καΐκια ήταν η παράδοσή μας. Μια φορά βλέποντας ένα καΐκι ζωγραφισμένο από τον Αριστείδη Γλύκα, στο γραφείο ενός γιατρού στην Αθήνα, τον ρώτησα που το βρήκε. Μου απάντησε ότι το πήρε από ένα τσιγγάνο 20.000 δρχ , ο οποίος με τη σειρά του το είχε πάρει από μια γριούλα στη Λαγκάδα 150 δρχ. Δεν ήξερε την αξία του η γιαγιά. Και φύγανε πάρα πολλά με αυτό τον τρόπο από την Λαγκάδα. Δυστυχώς. Φυσικά δεν πρέπει και να ωραιοποιούμε τις καταστάσεις. Έκλεισε μία εποχή και δεν μπορούμε να πάμε πίσω. Οι κακουχίες και οι ταλαιπωρίες αυτής της εποχής ήταν τόσο μεγάλες που δεν μπορούμε να πάμε πίσω. Ο κόσμος κοιτάει μπροστά.
Πρέπει όμως να διδαχθούμε από το παρελθόν και να βγάζουμε συμπεράσματα. Σας είπα πως η λαγκάδα, το Λιτόχωρο και το Γαλαξίδι ήταν τα χωριά με τα περισσότερα καΐκια. Γιατί μείνανε πίσω οι Λαγκαδούσοι; Οι Βρονταδούσοι π.χ. είχνα πολύ λιγότερα καΐκια, οι Καρδαμυλίτες, οι Αιγνουσιώτες το ίδιο. Εμείς τους κάναμε το εμπόριο. Ο παππούς μου π.χ. είχε τότε τρία καΐκια που κουβαλούσαν πορτοκάλια και μανταρίνια από τα Καρδάμυλα στη Θεσσαλονίκη για λογαριασμό του Σταύρου Λιβανού που τα προωθούσε στη συνέχεια στο εξωτερικό. Διαμόνιος έμπορος ο Λιβανός, αλλά όχι ναυτικός. Δεν είχε καΐκια.
Γιατί έμεινε πίσω λοιπόν η Λαγκάδα; Γιατί είχαν έναν εγωισμό οι λαγκαδούσοι. Όταν από τα ιστιοφόρα πήγαμε στα μηχανοκίνητα υπήρξαν αρνητές αυτής της περιόδου. Δεν θέλανε να βάλουνε μηχανές. Για πιο λόγο; Λεφτά είχανε να αγοράσουνε όλο τον κόσμο. Συζητώντας στα καφενεία έλεγαν: Ρε άμα θα βάλω μηχανή ναυτικός θα είμαι; Άμα δεν σηκώσεις το πανί σου, τη ράντα, να ορτσάρεις. Και μείνανε στάσιμοι γιατί δεν θέλανε την πρόοδο".
Τα συμπεράσματα δικά σας.


1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

I read this article
here